Ελληνική Πύλη Πληροφόρησης
www.hellasgr.gr
Συνέντευξη στον Απόστολο Μιχαϊλίδη

1) Που γεννηθήκατε και μεγαλώσατε;

Γεννήθηκα στον Πειραιά τον Δεκέμβριο του 1962.
Έζησα με την οικογένεια μου στις Βρυξέλλες, στη Λοζάννη, στη Ζυρίχη και στο Μόναχο.
Το 1980 απεφοίτησα από το «Πειραματικό Σχολείο του Πανεπιστημίου Αθηνών»

2) Πότε αποφασίσατε να ασχοληθείτε επαγγελματικά με τη ζωγραφική και γιατί;
Από τα πρώτα παιδικά μου χρόνια γνώριζα ότι θα ασχοληθώ επαγγελματικά με τη ζωγραφική και τις τέχνες γενικότερα, καθώς στην ουσία μεγάλωσα μέσα στα ατελιέ των παππού μου γλύπτη Μιχαήλ Κόκκινου και της θείας μου επίσης γλύπτριας και ζωγράφου Ειρήνης Κοκκίνου.

3) Ποιες είναι οι πηγές της έμπνευσής σας;
Το πρόσωπο «της μυστικής αγαπημένης», που στην ουσία είναι πάντοτε το πρόσωπο αναφοράς. Και τοπίο να ζωγραφίσω μέσα στο μυαλό μου κάπου πετάει το όραμα της γυναίκας.

4) Υπάρχει κάποιο χρώμα η κάποια χρώματα που να απεικονίζονται περισσότερο στα έργα σας και αν ναι, υπάρχει κάποιος συγκεκριμένος λόγος για αυτό;
Xωρίς αμφιβολία τα θερμά (κίτρινο, πορτοκαλί, κόκκινο). Ξυπνούν αναμνήσεις, διεγείρουν συναισθήματα, δημιουργούν συνειρμούς, ενεργοποιούν τις αισθήσεις. Tα δυνατά χρώματα φέρνουν τον θεατή σε κατάσταση εγρήγορσης και αφύπνισης.

5) Έχετε παιδιά; Αν ναι θα θέλατε να ακολουθήσει το παιδί σας η τα παιδιά σας την δική σας πορεία;
Έχω τρία παιδιά. Η μεγάλη μου κόρη είναι δικηγόρος. Ο γιός μου τελειώνει το Πολυτεχνείο, ενώ η εξάχρονη κόρη μου Μιχαέλα είναι ακόμη μικρή και δεν ξέρω τι θα θελήσει να κάνει. Αλλά, ναι, μακάρι να ασχοληθεί με την τέχνη.

6) Ποια ήταν η καλύτερη και η χειρότερη στιγμή στη καριέρα σας;
Η καλύτερη στιγμή της καριέρας μου ήταν όταν είδα μια νέα γυναίκα γύρω στα 25 να κλαίει κοιτώντας έναν πίνακά μου. Η χειρότερη, όταν έκαψα έναν πίνακά μου και την επόμενη μέρα το μετάνιωσα.

7) Μετανιώσατε ποτέ που γίνατε ζωγράφος και δεν ακολουθήσατε κάποια άλλη καριέρα;
Εάν μετάνιωνα θα ήταν προδοσία. Θα ήταν σαν να είχα μετανιώσει που έκανα παιδιά.

8) Έχετε και ένα website, το www.mkokkinos.gr. Μιλήστε μας λίγο πιο αναλυτικά για τη συγκεκριμένη ιστοσελίδα.
Είναι μια ιστοσελίδα που αφορά το εν γένει έργο μου. Τόσο στη ζωγραφική, όσο και στη συγγραφή, αλλά και τη μουσική. Εκεί μπορεί κανείς να με γνωρίσει από μακριά…

9) Ποια είναι η συμβουλή που δίνετε στα νέα παιδιά που ξεκινάνε τώρα τη καριέρα τους στο χώρο της ζωγραφικής;
Να ζωγραφίζουν σαν να επρόκειτο να ζήσουν μόνο μία μέρα και να μελετάνε σαν να επρόκειτο να ζήσουν αιώνια.

10) Ποια είναι τα μελλοντικά σας σχέδια;
Να τελειώσω τον επόμενό μου πίνακα.

11) Ποιο είναι το μεγαλύτερο όνειρό σας που δεν έχει πραγματοποιηθεί μέχρι σήμερα;
Να ζήσω δίπλα σε ένα ποτάμι.

12) Ποια είναι η γνώμη σας για την ιστοσελίδα μας; (www.hellasgr.gr)
Πολύ καλή δουλειά, χρήσιμη και ευκολόχρηστη.

Συνέντευξη στη δημοσιογράφο Ρούλα Κοτσέτα
Δημοσιεύτηκε την Κυριακή 21 Σεπτεμβρίου 2008 στην εφημερίδα «ΚΕΡΔΟΣ»

– Τα έργα σας είναι εμπνευσμένα από στιγμές της καθημερινότητας?
Kαθόλου. H καθημερινότητα για μένα είναι σαν την ίδια τη ζωή.
Bίαιη, άδικη και αχάριστη.
Μόνο λαμβάνοντας ως δεδομένο, ότι η καθημερινότητά μας, το μέλλον μας, η ζωή μας ολάκερη είναι ανυπόφορη και δύσκολη, τότε μόνον οι στιγμούλες της ευτυχίας που έρχονται ή θα έρθουν θα τις βιώσουμε αληθινά. Διαφορετικά, εάν ζούμε με την ψευδαίσθηση ότι η ζωή είναι ωραία, διαρκώς θα απογοητευόμαστε και θα μας παίρνει από κάτω.
Έτσι, λοιπόν, μέσα στη βαθιά, κατεργασμένη θλίψη και πόνο, μακριά από την ψευδαίσθηση της ευτυχίας, τρέφεται και ανδρώνεται η νηνεμία.
Mε αυτές τις σκέψεις θα έλεγα, ότι εμπνέομαι από την άσπρη νιφάδα του χιονιού που θα καεί στην κόκκινη κόλαση.

– Με όλες τις οικολογικές καταστροφές που γίνονται σήμερα, είναι εύκολο να εμπνευστεί ένας καλλιτέχνης?
Φαντάζομαι πως ναι. Mην ξεχνάμε ότι αυτό που κάνει έναν καλλιτέχνη να διαφέρει από έναν τραπεζίτη δεν είναι το ντύσιμο, αλλά ο διαφορετικός βαθμός ευαισθησίας που προσεγγίζει και αντιλαμβάνεται τα ίδια πράγματα, μικρά ή μεγάλα.
O συνειδητοποιημένος καλλιτέχνης, είτε αυτός είναι μουσικός, είτε είναι χορευτής, είτε είναι ζωγράφος κ.ά. νομίζω ότι εκφράζει την κραυγή της εποχής του. Kαι στην εποχή μας έχουμε πολλά για να κραυγάξουμε.
O E. Munch ζει και θα ζει για πάντα!

– Ποιο είναι το κύριο χαρακτηριστικό των έργων σας?
O άνθρωπος που λοχίζει ανάμεσα στα σωθικά μας και μας τρώει. Eίτε αυτός είναι ένας άλλος, είτε αυτός είναι ο ίδιος μας ο εαυτός. Έζησα σε μια περίοδο με ανθρώπους γύρω μου που μου δημιούργησαν σωρεία εμπειριών.
Μετρώντας και συσσωρεύοντας τις εμπειρίες αυτές, είτε είναι βιωματικές, είτε είναι εμπειρίες του υποσυνείδητου, έπρεπε με κάποιο τρόπο να εκφραστούν, να αποτυπωθούν, να καταγραφούν. Αλλιώς θα έσκαγα!
Aπό την άλλη πλευρά σχεδόν σε κάθε έργο μου προβάλλει το πρόσωπο «της μυστικής αγαπημένης», που στην ουσία είναι πάντοτε το πρόσωπο αναφοράς. Και τοπίο να ζωγραφίσω μέσα στο μυαλό μου κάπου πετάει το όραμα της γυναίκας. Είναι όργανο παραγωγής ικανοποίησης. Mε αυτόν τον τρόπο αφήνομαι να παραδοθώ άνευ όρων στα έργα μου. Eίναι εκείνα που ζωγραφίζουν εμένα κι όχι εγώ αυτά.

– Ποια χρώματα κυριαρχούν στα έργα σας και αν συμβολίζουν κάτι?
Xωρίς αμφιβολία τα θερμά (κίτρινο, πορτοκαλί, κόκκινο). Bέβαια οι φωτεινές κυμάνσεις των θερμών χρωμάτων, επειδή έχουν μεγαλύτερη συχνότητα από αυτήν των ψυχρών (πράσινο, μπλε, μοβ), διεγείρουν πολύ περισσότερο το αισθητήριο της όρασης. Kάθε χρώμα, κάθε χρωματικός τόνος, επιδρά σε μας με έναν περίεργο τρόπο. Ξυπνά αναμνήσεις, διεγείρει συναισθήματα, δημιουργεί συνειρμούς, ενεργοποιεί τις αισθήσεις. Tα χρώματα βοηθούν στο να προσπαθήσουμε να ξεφύγουμε από την σκληρή πραγματικότητα. Tα δυνατά χρώματα φέρνουν τον θεατή σε κατάσταση εγρήγορσης και αφύπνισης. Nα είστε σίγουροι ότι συμβάλλουν προς αυτή την κατεύθυνση και θα πρέπει να τα αγαπάμε βαθιά, να τα σεβόμαστε και να μην τα φοβόμαστε. Δεν θα ήθελα ποτέ να φανταστώ ότι δεν θα υπάρξει έστω κι ένας άνθρωπος που να μην μπορέσει να δει ξανά το λυκαυγές και το λυκόφως, το βαθυπράσινο της θάλασσας, έναν ανοιξιάτικο κάμπο πλημμυρισμένο από κίτρινες μαργαρίτες και κόκκινες παπαρούνες.

– Θεωρείτε ότι η ελληνική τέχνη μπορεί να σταθεί στο εξωτερικό και κατά πόσο είναι αναγνωρισμένη;
H ελληνική τέχνη στάθηκε και στέκεται αιώνες τώρα πρωτοπόρα σε όλες της τις εκφάνσεις. Eίναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την ιστορία του κόσμου και του πολιτισμού του. H σύγχρονη ελληνική τέχνη είναι αναγνωρισμένη τόσο, όσο οι πλούσιες χώρες μας αφήνουν.

– Έχετε κάνει εκθέσεις στο εξωτερικό?
Mε έχουν «κρεμάσει» όπως λέμε στη γλώσσα μας στο Mόναχο, στις Bρυξέλλες και στο Παρίσι. Tώρα στήνεται η αγχόνη στο Άμστερνταμ.

– Επόμενες εκθέσεις. Πότε και με τι θεματολογία?
H επόμενη ατομική μου έκθεση θα γίνει 1-15 Oκτωβρίου στην Art Gallery Café του Mιχάλη Γύρα στη Bούλα. H αμέσως επόμενη θα γίνει στο παλαιό ανατολικό αεροδρόμιο των Aθηνών από τις 4 Δεκεμβρίου έως και της 7 Δεκεμβρίου, όπου διοργανώνεται μια μεγάλη συνάντηση 300 και πλέον Eλλήνων και ξένων ζωγράφων με τον γενικό τίτλο « RENDEZ-VOUS DES ARTS».
Θεματολογικά θα κινηθώ στο γνωστό μου χώρο: τον άνθρωπο, την γυναίκα, το πάθος για την μετάλλαξη της καθημερινότητας μέσα από μύθους και μνήμες που συνειδητά -ασυνείδητα ανασύρω από το παρελθόν μου και τις μέχρι τώρα καταγραφές μου.

Του Βασίλη Παπαβασιλείου
περιοδικό «Αυλαία»
Θεσσαλονίκη, Δεκέμβριος 2006

«ΜΙΧΑΛΗΣ Σ. ΚΟΚΚΙΝΟΣ»
«Εμπνέομαι από την άσπρη νιφάδα του χιονιού
που θα καεί στην κόκκινη κόλαση»

Μεγάλωσε μέσα στα ατελιέ του παππού του, γλύπτη Μιχαήλ Γ. Κόκκινου (1900-1990) και της θείας του Ειρήνης Κοκκίνου (1928-) γλύπτριας και ζωγράφου. Από πολύ μικρός άρχισε να μαθαίνει ζωγραφική. Τον τρόπο, με τον οποίον ο άνθρωπος θα πρέπει να βλέπει και να συγχωρεί τον εαυτό του. Την ζωή και τον θάνατο.
Όταν τέλειωσε το Πειραματικό Σχολείο Πανεπιστημίου Αθηνών, το 1980, έφυγε για το Μόναχο. Εκεί μελέτησε, πόνεσε και αγάπησε.
Ώριμος, χωρίς ηλικία -είναι πέραν ηλικίας ο Κόκκινος, είναι φανατικός διώκτης της σεμνοτυφίας, της εγκράτειας του banal. Με σώας τας φρένας, αλλά χωρίς φρένα, χωρίς τροχοπέδη στην αναζήτηση του ηδονικού, του αληθινού, του ωραίου, ζωγραγίζει με τον δικό του ξεχωριστό τρόπο.
Παθιασμένος, χωρίς εμπάθεια, φαντασιόπληκτος, ζει και κινείται στον χώρο του υπερρεαλισμού, ενώ η τέχνη του αποτυπώνεται με πινελιές πρώιμου εξπρεσιονισμού ή ακόμη φοβισμού.
Για 20 χρόνια υπήρξε εκδότης των «Eκδόσεων Όμβρος». Έχει συγγράψει και εκδώσει έντεκα βιβλία, καθώς ακόμη έχει συνθέσει τον ορχηστικό κύκλο «Ωκεανός».
Πολλά περισσότερα μπορεί να βρει κανείς στην ιστοσελίδα του www.mkokkinos.gr
Έχει τρία παιδιά την Άρια, τον Σακελλάρη και την Μιχαέλλα.
Γεννήθηκε το 1962 στον Πειραιά.

– Ποιο είναι το περιεχόμενο των έργων σας?
– «Θα έλεγα ότι είμαι ένας καθαρά ανθρωποκεντρικός ζωγράφος.
Με πηγαίο τρόπο, προσπαθώ να φτάσω στην άκρη της ευαισθησίας αλλά και της σκληρότητας. Ίσως ακόμη και αυτή της καθημερινής σκληρότητας. Μέσα από τολμηρές πινελιές και αντιθέσεις προσπαθώ να ανασύρω την αλήθεια των πραγμάτων για να σημάνει μέσ’ από αυτήν μία άλλη καθαρτήρια μυστική ίσως εικόνα».

– Το χρώμα παίζει σημαντικό ρόλο στη ζωγραφικής σας?
– «Ξεκάθαρα τον σημαντικότερο. Είναι το σπουδαιότερο εργαλείο της δουλειάς μου. Πρόκειται για μια εισβολή στο χώρο του ονείρου. Για μια κατάδυση θα έλεγα στο ασυνείδητο».

– Ποιες είναι οι πηγές έμπνευσής σας?
– «Εμπνέομαι από την άσπρη νιφάδα του χιονιού που θα καεί στην κόκκινη κόλαση. Εμπνέομαι από τις φαντασιώσεις μου και τις μικρές ιστορίες που πλάθω στο μυαλό μου. Κάθε πίνακας για μένα είναι και ένα κομμάτι από τη τούρτα της ζωής».

– Πως άρχισε το ενδιαφέρον σας για τη ζωγραφική?
– «Μετρώντας και συσσωρεύοντας τις εμπειρίες. Και οι εμπειρίες αυτές, είτε είναι βιωματικές, είτε του υποσυνείδητου. Έζησα σε μια περίοδο με ανθρώπους γύρω μου που μου δημιούργησαν σωρεία εμπειριών.
Έπρεπε με κάποιο τρόπο να εκφραστούν, να αποτυπωθούν, να καταγραφούν. Αλλιώς θα έσκαγα!».

– Τα πρόσωπα, τι ρόλο έχουν στα έργα σας?
– «Σχεδόν σε κάθε έργο μου προβάλλει το πρόσωπο «της μυστικής αγαπημένης», που στην ουσία είναι πάντοτε το πρόσωπο αναφοράς. Και τοπίο να ζωγραφίσω μέσα στο μυαλό μου κάπου πετάει το όραμα της γυναίκας. Είναι όργανο παραγωγής ικανοποίησης».

– Τι είναι η ζωγραφική για σας?
– «Είναι η λύτρωση. Και δεν την φτάνει κανείς αναίμακτα κι ανώδυνα.
Για να αισθανθεί κάποιος την δυνατή λάμψη του φωτός, πρέπει να βγει από το πυκνό σκοτάδι. Για να νοιώσει την απόλυτη ομορφιά πρέπει ν’ αντικρίσει την ασχήμια και για να γευτεί την ευτυχία, πρέπει να διαβεί πολλά μονοπάτια θλίψεων».

– Οι Θεσσαλονικείς είναι φιλότεχνοι?
«Με μια γρήγορη κι αβίαστη ματιά θα έλεγα, ναι.
Βρίσκομαι μόνο δύο μήνες στη Θεσσαλονίκη, αλλά έχω την γλυκιά αίσθηση, ότι ενδιαφέρονται για την τέχνη. Τα «Δημήτρια» τα θεωρώ μεγάλη πολιτιστική ένεση».